Πρόγραμμα Σπουδών ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ

Βάιος Λιαπής - ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ

Η ερευνητική δραστηριότητά μου κατά την τελευταία δεκαπενταετία επικεντρώνεται ως επί το πλείστον στον χώρο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, και ειδικότερα στον τομέα του αρχαίου ελληνικού δράματος. Tα τελευταία χρόνια μάλιστα ασχολούμαι ιδιαίτερα με την πρόσληψη του αρχαίου δράματος σε μεταγενέστερες περιόδους, από τον τέταρτο αιώνα π.Χ. ώς τις μέρες μας. Πιο κάτω δίνεται σύντομη ανασκόπηση των κυριότερων θεματικών περιοχών που έχουν απασχολήσει ώς τώρα την έρευνά μου.

 

1. Σοφοκλής

Οι τραγωδίες του Σοφοκλή αποτέλεσαν το θέμα της διδακτορικής διατριβής μου με τίτλο ‘Nothing that is not Zeus’: the Unknowability of the Gods and the Limits of Human Knowledge in Sophoclean Tragedy (Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης 1997). Στον πυρήνα της εργασίας αυτής βρίσκεται το ζήτημα της γνωσιολογικής ετερότητας του θείου στις τραγωδίες του Σοφοκλή, οι οποίες επανειλημμένα αντιπαραθέτουν τον ατελή και πεπερασμένο χαρακτήρα της ανθρώπινης γνώσης στην υπερβατική και αδιάγνωστη φύση του θείου νου. Η αναμέτρηση με τον απόλυτο και απερινόητο χαρακτήρα της θεότητας αναδεικνύει τον εφήμερο και ατελή χαρακτήρα των διανοητικών κατηγοριών μέσω των οποίων το ανθρώπινο πνεύμα συγκροτεί την πραγματικότητα. Τον προβληματισμό της διατριβής μου προεκτείνει η μονογραφία μου Άγνωστος Θεός: όρια της ανθρώπινης γνώσης στους Προσωκρατικούς και στον Οιδίποδα Τύραννο (Αθήνα: Στιγμή 2003), όπου διερευνώνται οι πιθανές συνάφειες της σοφόκλειας τραγωδίας με τη γνωσιολογία των προσωκρατικών φιλοσόφων και εξετάζεται δειγματοληπτικά, από την οπτική γωνία της αγνωσίας του θείου, ο Οιδίπους Τύραννος. Βασικό μέλημά μου εδώ είναι να δείξω ότι τόσο στους Προσωκρατικούς όσο και στον Σοφοκλή η ανθρώπινη κατάσταση καθορίζεται από μια θεμελιώδη αντινομία: από τη μία πλευρά ο άνθρωπος κατανοεί την ύπαρξη μιας αντικειμενικής τάξης, η οποία είναι δημιούργημα των θεών και την οποία οφείλει ο ίδιος να σεβαστεί· από την άλλη, ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να κατανοήσει την τάξη αυτή στην ολότητά της.

 

2. Πρόσληψη του αρχαίου δράματος

Με την πρόσληψη του Σοφοκλή σε μεταγενέστερες εποχές ασχολήθηκα στο άρθρο μου «Achilles Tatius as a Reader of Sophocles», The Classical Quarterly 56.1 (2006) 220-238. Η εργασία μου αυτή υποστηρίζει τεκμηριωμένα ότι ο μυθιστοριογράφος του 1ου/2ου αιώνα μ.Χ. Αχιλλέας Τάτιος (Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα 5.3.4-6, 5.5.3-8) ενσωματώνει στο έργο του απηχήσεις ή ενδεχομένως και στίχους από τη χαμένη σήμερα τραγωδία Τηρεύς του Σοφοκλή, πράγμα που υποδηλώνει ότι είχε απευθείας πρόσβαση στο κείμενο του δράματος. Επιπλέον, ευρύτατη επισκόπηση των επιβιώσεων της αρχαίας τραγωδίας στη σύγχρονη λογοτεχνία αποτελεί η εκτενής εργασία μου «Η Λογοτεχνική Πρόσληψη της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας τον Εικοστό (και τον Εικοστό Πρώτο) Αιώνα», στο: Α. Μαρκαντωνάτος & Χ. Τσαγγάλης (επιμ.), Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Θεωρία και Πράξη, Αθήνα: Gutenberg 2008, σελ. 265-447. Στη μελέτη αυτή επιχειρώ διεξοδική εξέταση επιλεγμένων λογοτεχνικών έργων του 20ού και του 21ου αιώνα που απηχούν ή αναψηλαφούν, με τρόπο ρητό και εκπεφρασμένο, θέματα, μοτίβα, μυθικούς πυρήνες ή και το ίδιο το κείμενο αρχαίων ελληνικών τραγωδιών. Ξεχωριστή θέση σε αυτή την επισκόπηση έχει η νεοελληνική λογοτεχνία και βεβαίως το νεοελληνικό θέατρο (Ι. Καμπανέλλης, Π. Μάτεσις, Μ. Ποντίκας, Β. Ζιώγας). Εξετάζονται παράλληλα και οι επιβιώσεις του αρχαίου τραγικού μύθου στο έργο νεοελλήνων ποιητών (Ο. Ελύτη, Α. Εμπειρίκου, Κ. Π. Καβάφη, Γ. Ρίτσου, Μ. Σαχτούρη, Γ. Σεφέρη, Ντ. Χριστιανόπουλου), αλλά και ευρωπαίων και αμερικανών δραματουργών (J. Anouilh, P. Claudel, J. Cocteau, H[ilda] D[oolittle], T. S. Eliot, H. Ibsen, S. Kane, H. Müller, E. O’Neill, J.-P. Sartre). Εκτός από την επισήμανση και την ανάλυση διακειμενικών σχέσεων, το άρθρο —το οποίο διαιρείται σε πέντε μεγάλα κεφάλαια, ισάριθμα με τους μυθικούς κύκλους που εξετάζονται (Λαβακίδες· Ατρείδες· τρωικός μύθος [Φιλοκτήτης, Ελένη, Αίας]· Μήδεια· Ιππόλυτος και Φαίδρα)— επιχειρεί επίσης να τεκμηριώσει τα ιστορικά και πνευματικά ή ιδεολογικά συμφραζόμενα που ενδέχεται να άσκησαν διαμορφωτική επίδραση στα έργα των νεώτερων συγγραφέων. Έτσι, για παράδειγμα, στην περίπτωση των αρχαιόθεμων ποιημάτων του Σεφέρη καταβάλλεται προσπάθεια να αναδειχτούν οι συνάφειές τους με τις ιστορικές συνθήκες του Εμφυλίου στην Ελλάδα ή της εξέγερσης της ΕΟΚΑ στην Κύπρο. Αντιστοίχως, Οι Μύγες του Σαρτρ και ο Ορέστης του Ρίτσου εξετάζονται και υπό το πρίσμα του υπαρξισμού· κ.ο.κ. Διαφορετικής, φιλολογικότερης υφής είναι οι μελέτες μου για την πρόσληψη του αρχαίου δράματος (κυρίως του Μενάνδρου και του Ευριπίδη) στην εκπαιδευτική πράξη μεταγενέστερων περιόδων. Κεντρική θέση εδώ κατέχουν οι διάφορες συλλογές μονόστιχων, επί το πλείστον, γνωμικών που είναι γνωστές με τη συλλογική ονομασία Μενάνδρου Γνώμαι Μονόστιχοι(βλ. την επόμενη ενότητα).

 

3. Μενάνδρου Γνώμαι Μονόστιχοι

Βασική εργασία μου στον τομέα αυτόν είναι η πλήρως υπομνηματισμένη έκδοση, με εκτενή εισαγωγή και νεοελληνική μετάφραση, των «μενάνδρειων» μονοστίχων: Μενάνδρου Γνμαι Μονόστιχοι: Εσαγωγή – Μετάφραση – Σημειώσεις (Αθήνα: Στιγμή 2002). Μεταξύ άλλων, το βιβλίο αυτό ανιχνεύει, όσο είναι δυνατό, τις πηγές (Μένανδρο, Ευριπίδη, αλλά και πολυάριθμους άλλους ποιητές, κυρίως δραματικούς), από τις οποίες σταχυολογήθηκαν οι «μενάνδρειες» γνώμες. Το υπόμνημα περιλαμβάνει κριτικό και ερμηνευτικό σχολιασμό των περισσότερων γνωμών, με ιδιαίτερη έμφαση στο εκπαιδευτικό, κοινωνικό ή πολιτισμικό υπόβαθρο που γέννησε πολλά από τα μονόστιχα ή οδήγησε στην τροποποίησή τους. Σχετικά με τα «μενάνδρεια» μονόστιχα έχω επίσης δημοσιεύσει το εκτενές άρθρο «How to Make a Monostichos: Strategies of Variation in the Sententiae Menandri», Harvard Studies in Classical Philology 103 (2007) 261-298. Η εργασία αυτή επιχειρεί αναλυτική πραγμάτευση ορισμένων από τα κριτήρια και τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι συμπιλητές γνωμολογίων —και προπάντων συλλογών από «μενάνδρειες» μονόστιχες γνώμες— ώστε να προσαρμόσουν το ανθολογούμενο υλικό στις διδακτικές (συνήθως) ανάγκες τους. Τα συμπεράσματα αυτής της εκτενούς μελέτης είναι πολλαπλά και ενδιαφέροντα. Διαπιστώνει κανείς για παράδειγμα ότι, σε μια περίοδο ανεπτυγμένης εγγραματοσύνης (literacy), βασικά κείμενα της σχολικής και ρητορικής εκπαίδευσης παρέμεναν ρευστά και υπόκεινταν σε μεταλλαγές και προσαρμογές, με τρόπο που θυμίζει αρκετά τις τεχνικές της προφορικής ποίησης. Συνέπεια αυτής της διαπίστωσης είναι ότι σε κείμενα όπως οι μονόστιχες γνώμες δεν μπορούν πάντοτε να εφαρμοστούν οι παραδοσιακές μέθοδοι της κριτικής του κειμένου: δεν έχει πάντοτε νόημα η προσπάθεια να αποκατασταθεί η πρωτότυπη μορφή μιας γνώμης, διότι δεν είναι δυνατόν να τεκμηριωθεί ποια από τις παραλλαγές είναι η παλαιότερη. Από το 2008 ετοιμάζω νέο εξαντλητικό υπόμνημα των Μονοστίχων στα αγγλικά, βασισμένο στην πρόσφατη έκδοση του C. Pernigotti, Menandri Sententiae (Studi e testi per il Corpus dei papyri filosofici greci e latini 15), Φλωρεντία 2008. Το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα χρηματοδοτείται με τριετή (2008-2011) ερευνητική χορηγία 43.336 καναδικών δολαρίων από το ομοσπονδιακό Συμβούλιο Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών (Social Sciences and Humanities Research Council) του Καναδά.

 

4. [Ευριπίδη] Ρήσος

Με την ιδιότυπη αυτή τραγωδία, που κατά τη γνώμη μου δεν ανήκει στον Ευριπίδη, ασχολούμαι συστηματικά από το 2000. Συναφώς, έχω δημοσιεύσει άρθρα για τα εξής θέματα: (1) η διαπραγμάτευση των εθνοτικών στερεοτύπων στον Ρήσο: «Name-Dropping in Rhesus: Negotiating Ethnic Stereotypes in a Fourth-Century Tragedy», στο: Σ. Τσιτσιρίδης (επιμ.), Παραχορήγημα: Μελετήματα προς τιμήν του Καθηγητή Γ. Μ. Σηφάκη (Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2009) 197-207· (2) η ανασύνθεση των μυθικών παραδόσεων για τον Ρήσο και τον Δόλωνα με βάση φιλολογικές και εικονογραφικές μαρτυρίες, και η διάθλαση των παραδόσεων αυτών στον Ρήσο: «Rhesus: Myth and Iconography», στο: J. R. C. Cousland & J. R. Hume (επιμ.), The Play of Texts and Fragments: Essays in Honour of Martin Cropp (Λέιντεν: Brill 2009) 273-291· (3) τα τεκμήρια που υποδεικνύουν ότι ο Ρήσος συντέθηκε για παράσταση στη μακεδονική βασιλική αυλή περί τα μέσα του τέταρτου αιώνα π.Χ.: (α) «They Do It with Mirrors: The Mystery of the Two Rhesus Plays», στο: Δ. Ι. Ιακώβ & Ε. Παπάζογλου, Θυμέλη: Μελέτες χαρισμένες στον Καθηγητή Ν. Χ. Χουρμουζιάδη, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2004, σελ. 159-188· επίσης, (β) «Rhesus Revisited: The Case for a Fourth-Century Macedonian Context», Journal of Hellenic Studies 129 (2009) 71-88.   (4) απηχήσεις θρακομακεδονικών θρησκευτικών αντιλήψεων στον Ρήσο και η σημασία τους για τη χρονολόγηση του έργου: «Zeus, Rhesus, and the Mysteries», The Classical Quarterly 57 (2007) 381-411. (5) αρχαίες λεξικογραφικές και φιλολογικές μαρτυρίες για την πιθανή επιβίωση του γνήσιου Ρήσου του Ευριπίδη τον τέταρτο αιώνα π.Χ., ιδιαίτερα σε περιπατητικούς κύκλους: «Epicharmus, Asclepiades of Tragilus, and the Rhesus: Lessons from a Lexicographical Entry», Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik143 (2003) 19-22.

 

 

4.1 A Commentary on the ‘Rhesus’ Attributed to Euripides (Oxford University Press, 2012).

Σε συνάφεια πάντοτε με τον Ρήσο, βασική επιστημονική ενασχόλησή μου τα τελευταία τέσσερα χρόνια υπήρξε η εκπόνηση φιλολογικού (κριτικού και ερμηνευτικού) υπομνήματος στην προαναφερθείσα τραγωδία. Η εργασία αυτή δημοσιεύτηκε στη γνωστή σειρά φιλολογικών υπομνημάτων που εκδίδουν οι Εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (Oxford University Press) με τίτλο A Commentary to the "Rhesus" Attributed to Euripides (Oxford 2012). Η εισαγωγή του βιβλίου παρουσιάζει διεξοδικά τις μαρτυρίες, φιλολογικές και εικονογραφικές, σχετικά με τον μύθο του Ρήσου (και του Δόλωνα) πριν και μετά τον Ρήσο (πβ. Κατάλογο Δημοσιεύσεων Δ4). Επίσης, περιέχει εκτενή ανάλυση των δραματουργικών χαρακτηριστικών και των σκηνικών προβλημάτων που παρουσιάζει ο Ρήσος. Σε ιδιαίτερη ενότητα εξετάζονται και αναλύονται τα πιο έξεργα υφολογικά γνωρίσματα του Ρήσου: η αγάπη του συγγραφέα του για τις εξεζητημένες, πομπώδεις φράσεις· η τάση του για επανάληψη των ίδιων ή παρόμοιων εκφράσεων και ημιστιχίων· η ανελέητη λεηλασία της τραγωδίας του πέμπτου αιώνα και, δευτερευόντως, του έπους και της λυρικής ποίησης με σκοπό την αλίευση εντυπωσιακού γλωσσικού υλικού και τη δημιουργία υψηλού ύφους· κτλ. Τέλος, η εισαγωγή εξετάζει το πρόβλημα της γνησιότητας του έργου, δίνει σύντομη επισκόπηση της ιστορίας του ζητήματος, και προβάλλει επιχειρήματα για τη χρονολόγηση του έργου στον τέταρτο αιώνα και για την απόδοσή του σε μιμητή της κλασικής αττικής τραγωδίας, πιθανώς τραγικό υποκριτή, ο οποίος ενδέχεται να συνέθεσε το έργο για παρουσίαση στη μακεδονική βασιλική αυλή. Το υπόμνημα περιέχει λεπτομερή πραγμάτευση πολυάριθμων και ποικίλων ζητημάτων, από τη γλώσσα, το ύφος, το μέτρο και τα προβλήματα κριτικής του κειμένου ώς τα παραστασιακά συμφραζόμενα, τη σκηνική παρουσίαση, τα προβλήματα της δραματικής πλοκής, το πραγματολογικό πλαίσιο, τις ιστορικές αναφορές και τις πολιτισμικές διαστάσεις του έργου. Εδώ τεκμηριώνονται, μέσω του διεξοδικού σχολιασμού του έργου, οι εξής απόψεις: (1) ο συγγραφέας του Ρήσου είναι οπωσδήποτε κατώτερος των μεγάλων τραγικών, αν και επιχειρεί (συνήθως ανεπιτυχώς) να οικειοποιηθεί το ύφος και τις εκφραστικές ιδιαιτερότητες εκείνων· (2) ο συγγραφέας του Ρήσουφιλοδοξεί να συνθέσει ένα εντυπωσιακό δράμα γεμάτο κίνηση και ταχύτητα, αλλά παραμελεί τη συνοχή της πλοκής και τη δραματουργική συνέπεια· και (3) οι χαρακτήρες των προσώπων του δράματος δεν ξεπερνούν ποτέ το επίπεδο της πρόχειρης σκιαγράφησης, ενώ συχνότατα πάσχουν από σοβαρές αντιφάσεις, στις οποίες συνήθως δεν διακρίνεται καμία δραματουργική σκοπιμότητα.

 

5. Αρχαία ελληνική θρησκεία

Τμήμα των επιστημονικών δημοσιευμάτων μου αφορά σε προβλήματα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας: βλ. κυρίως (α) «Ghosts, Wand’ring Here and There: Orestes the Revenant in Athens», στο: D. L. Cairns & V. Liapis (επιμ.), Dionysalexandros: Essays on Aeschylus and His Fellow Tragedians in Honour of Alexander F. Garvie, Swansea, Classical Press of Wales 2006, σελ. 201-231· και (β) «Zeus, Rhesus, and the Mysteries», The Classical Quarterly 57 (2007) 381-411. Ακόμη και τα θρησκειολογικά μελετήματά μου όμως έχουν σχεδόν πάντοτε θεατρική αφορμή ή εφαρμογή: επιχειρούν, για παράδειγμα, να προσδιορίσουν τους τρόπους με τους οποίους οι λαϊκές δοξασίες διαχέονται στον αφηγηματικό ιστό των τραγωδιών (συγκεκριμένα των σωζόμενων τραγωδιών με πρωταγωνιστή τον Ορέστη) και διαμορφώνουν την πρόσληψή τους· ή διατυπώνουν τεκμηριωμένες εικασίες για τους υποδόριους δεσμούς που συνδέουν την τραγωδία (εν προκειμένω τον ψευδΕυριπίδειο Ρήσο) με περιφερειακές λατρείες του ελληνικού κόσμου.

 

 

6. Όψις: Θέαμα και παράσταση στο αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό θέατρο

Παράλληλα με την εργασία μου στον υπομνηματισμό του Ρήσου, ετοιμάζω —σε συνεργασία με τον George Harrison του Πανεπιστημίου Concordia στο Μοντρεάλ— συλλογικό τόμο με τον τίτλο Performance in Greek and Roman Theatre. Ο τόμος αυτός έχει ήδη εξασφαλίσει υπεσχημένες συμβολές από σημαντικό αριθμό συνεργατών (φιλολόγων, αρχαιολόγων και θεατρανθρώπων) προερχόμενων από 27 διαφορετικά πανεπιστήμια) και πρόκειται να εκδοθεί από τον γνωστό εκδοτικό οίκο Brill Academic Publishers (Λέυντεν) στο τέλος του 2011. Σκοπός του έργου είναι να αναδείξει τους τρόπους με τους οποίους η όψις, δηλαδή το μη ρηματικό στοιχείο του αρχαίου θεάτρου (σκηνική κίνηση, προσωπεία, θεατρική σκευή, σκηνικά αντικείμενα, θεατρικός χώρος κτλ.), καθορίζει την πρόσληψη των δραμάτων, τόσο στα πρωτότυπα παραστασιακά συμφραζόμενά τους, όσο και σε μεταγενέστερες παραστάσεις. Ο τόμος είναι σχεδιασμένος ώστε να συμπεριλαμβάνει προβληματισμούς και συμβολές από πλειάδα επιστημονικών περιοχών: φιλολογία, λογοτεχνική κριτική, αρχαιολογία, ιστορία της τέχνης, θεωρία της παράστασης, σημειωτική του θεάτρου, πρόσληψη. Με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται γνήσια διεπιστημονικότητα και διατηρείται η ισορροπία μεταξύ ενδοκειμενικών και εξωκειμενικών κριτηρίων για την ανασύνθεση και την ερμηνεία της αρχαίας παράστασης. Η στόχευση του τόμου είναι τριπλή: (α) να εξετάσει μεθοδολογικά προβλήματα που σχετίζονται με την ανασύνθεση των συνθηκών στις οποίες πραγματοποιούνταν οι παραστάσεις κατά την κλασική και μετακλασική αρχαιότητα· (β) να ιχνηλατήσει, στο μέτρο του δυνατού, τη θεατρική ιστορία επιλεγμένων έργων κατά την αρχαιότητα, από την πρώτη παράστασή τους ίσαμε την ύστερη αυτοκρατορική εποχή· και (γ) να εξετάσει τους τρόπους με τους οποίους οι σύγχρονες σκηνικές προσεγγίσεις του αρχαίου δράματος, καθώς και η χρησιμοποίηση σύγχρονου θεωρητικού και τεχνολογικού εξοπλισμού, μπορούν να φωτίσουν με νέο τρόπο παλαιά ερωτήματα.

 

Μεγένθυση γραμματοσειράς dΣμίκρυνση γραμματοσειράς
Δ Τ Τ Π Π Σ spacerheight22 Κ
 
1
 
2
 
3
 
4
 
5
 
6
 
7
 
8
 
9
 
10
 
11
 
12
 
13
 
14
 
15
 
16
 
17
 
18
 
19
 
20
 
21
 
22
 
23
 
24
 
25
 
26
 
27
 
28
 
29
 
30
 
31